Νέα ευρωπαϊκά στοιχεία αναδεικνύουν τις διαφορές στη θνησιμότητα από καρκίνο ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο, ενώ η πρόσβαση στην πρόληψη και στις υπηρεσίες υγείας εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για την ισότιμη αντιμετώπιση της νόσου.
Η έκβαση μιας ογκολογικής νόσου δεν εξαρτάται μόνο από τον τύπο του καρκίνου, τα χαρακτηριστικά του όγκου και τις διαθέσιμες θεραπείες. Οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, το μορφωτικό επίπεδο, η δυνατότητα συμμετοχής σε προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου και η πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας συνδέονται επίσης με σημαντικές διαφορές στη θνησιμότητα. Το ζήτημα επανέρχεται στο προσκήνιο μέσα από νέο ενημερωτικό κείμενο πολιτικής του Διεθνούς Οργανισμού Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC), το οποίο παρουσιάστηκε στις 20 Οκτωβρίου 2026 και εξετάζει τις κοινωνικοοικονομικές ανισότητες στη θνησιμότητα από καρκίνο στην Ευρώπη.
Το κείμενο, με τίτλο Understanding socioeconomic inequalities in cancer mortality in Europe, αναδεικνύει ένα σταθερό εύρημα: οι άνθρωποι με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο εμφανίζουν υψηλότερη θνησιμότητα από καρκίνο σε σύγκριση με όσους έχουν υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης. Η έκταση της διαφοράς δεν είναι ίδια σε όλες τις χώρες, ούτε σε όλους τους τύπους καρκίνου και στα δύο φύλα. Ωστόσο, η συνολική εικόνα δείχνει ότι η κοινωνική ανισότητα αποτελεί σημαντική παράμετρο για τον σχεδιασμό αποτελεσματικών πολιτικών πρόληψης και περίθαλψης.
Τι δείχνουν τα στοιχεία για τη θνησιμότητα από καρκίνο
Τα συγκριτικά στοιχεία του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την περίοδο 2015–2019 αποτυπώνουν το μέγεθος της διαφοράς. Στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των ανθρώπων ηλικίας 40–70 ετών, ο ηλικιακά τυποποιημένος δείκτης θνησιμότητας από καρκίνο ήταν 333 θάνατοι ανά 100.000 γυναίκες με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, έναντι 254 στις γυναίκες με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο. Στους άνδρες της ίδιας ηλικιακής ομάδας, οι αντίστοιχοι δείκτες ήταν 583 και 318 θάνατοι ανά 100.000.
Τα στοιχεία αφορούν συγκεκριμένη χρονική περίοδο και πληθυσμιακές ομάδες και δεν περιγράφουν τον σημερινό ατομικό κίνδυνο ενός ανθρώπου. Αποτυπώνουν, ωστόσο, μια σημαντική κοινωνική διαφορά: η θνησιμότητα από καρκίνο είναι υψηλότερη στις ομάδες με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, με τη διαφορά να εμφανίζεται ιδιαίτερα έντονη στους άνδρες.
Οι αριθμοί δεν σημαίνουν ότι το μορφωτικό επίπεδο καθορίζει από μόνο του την έκβαση της νόσου. Αναδεικνύουν, όμως, τη σύνδεση ανάμεσα στις κοινωνικές συνθήκες και σε παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία, όπως η έκθεση σε κινδύνους, η ενημέρωση, η δυνατότητα έγκαιρης διάγνωσης και η πρόσβαση σε υπηρεσίες πρόληψης και θεραπείας.
Γιατί οι κοινωνικές συνθήκες έχουν σημασία
Οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες μπορούν να επηρεάσουν πολλά στάδια της διαδρομής ενός ασθενούς, από την πρόληψη μέχρι τη θεραπεία. Οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες ή έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε αξιόπιστη ενημέρωση και υπηρεσίες υγείας ενδέχεται να δυσκολεύονται περισσότερο να συμμετάσχουν σε προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου, να αναζητήσουν έγκαιρα ιατρική βοήθεια ή να παρακολουθήσουν απρόσκοπτα τη θεραπεία τους.
Παράλληλα, οι διαφορές στην έκθεση σε παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα και άλλες επιβαρυντικές συνήθειες ή συνθήκες διαβίωσης, μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία διαφορετικών προφίλ κινδύνου μεταξύ των πληθυσμιακών ομάδων. Η πρόληψη, επομένως, δεν αφορά μόνο την παροχή γενικών οδηγιών προς τον πληθυσμό, αλλά και το κατά πόσο αυτές μπορούν να εφαρμοστούν στην καθημερινή ζωή ανθρώπων με διαφορετικές οικονομικές και κοινωνικές δυνατότητες.
Αντίστοιχα, η ύπαρξη οργανωμένων προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει ισότιμη προστασία. Σημασία έχει ποιοι συμμετέχουν, αν μπορούν να έχουν πρόσβαση στις απαραίτητες εξετάσεις και αν ακολουθεί έγκαιρα η διαγνωστική διερεύνηση όταν εντοπίζεται ένα ύποπτο εύρημα.
Οι ανισότητες δεν περιορίζονται, συνεπώς, στην πιθανότητα εμφάνισης της νόσου. Αφορούν και τις δυνατότητες έγκαιρης διάγνωσης, πρόσβασης στη θεραπεία και συνεχούς παρακολούθησης. Για τον λόγο αυτό, η μείωσή τους απαιτεί παρεμβάσεις που λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές ανάγκες διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων.
Η εικόνα στην Ελλάδα και οι περιφερειακές διαφορές
Η ισότιμη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας αποτελεί σημαντικό ζήτημα και για την Ελλάδα, όπου η γεωγραφική κατανομή των υπηρεσιών και του εξειδικευμένου προσωπικού μπορεί να δημιουργεί διαφορετικές συνθήκες πρόσβασης ανάλογα με την περιοχή κατοικίας.
Σύμφωνα με στοιχεία που περιλαμβάνονται στο Ευρωπαϊκό Μητρώο Ανισοτήτων κατά του Καρκίνου, η πυκνότητα κλινικών ογκολόγων το 2022 παρουσίαζε μεγάλη απόκλιση μεταξύ της Αττικής και της Πελοποννήσου: 53 κλινικοί ογκολόγοι ανά εκατομμύριο κατοίκων στην Αττική, έναντι 5,6 ανά εκατομμύριο στην Πελοπόννησο. Παράλληλα, σημαντικό μέρος των νοσοκομείων και κλινικών με ογκολογικά τμήματα συγκεντρωνόταν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.
Τα δεδομένα αυτά αφορούν το 2022 και δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως αποτύπωση της σημερινής στελέχωσης. Αποτελούν, ωστόσο, ένδειξη των περιφερειακών διαφορών που χρειάζεται να εξετάζονται κατά τον σχεδιασμό των υπηρεσιών ογκολογικής φροντίδας. Η κατανομή του προσωπικού δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι όλοι οι κάτοικοι μιας περιοχής έχουν χειρότερη έκβαση, αναδεικνύει όμως ένα ζήτημα που συνδέεται με την πρακτική δυνατότητα πρόσβασης σε εξειδικευμένη περίθαλψη.
Για έναν ασθενή που ζει μακριά από ένα ογκολογικό κέντρο, η μετακίνηση, το κόστος και ο χρόνος που απαιτείται για τις εξετάσεις και τις θεραπευτικές συνεδρίες μπορεί να αποτελούν πρόσθετες δυσκολίες. Η αξιολόγηση των ανισοτήτων χρειάζεται, επομένως, να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τον αριθμό των διαθέσιμων υπηρεσιών, αλλά και το κατά πόσο οι ασθενείς μπορούν πραγματικά να τις χρησιμοποιήσουν.
Πέντε προτεραιότητες για τη μείωση των ανισοτήτων
Το IARC προτείνει πέντε βασικές κατευθύνσεις πολιτικής για την αντιμετώπιση των κοινωνικοοικονομικών διαφορών στη θνησιμότητα από καρκίνο.
Πρώτον, ζητά την ενίσχυση της παρακολούθησης και των συστημάτων δεδομένων, ώστε οι ανισότητες να καταγράφονται με συγκρίσιμους δείκτες και να μπορούν να αξιολογούνται διαχρονικά. Χωρίς αξιόπιστα δεδομένα, οι πολιτικές παρεμβάσεις κινδυνεύουν να μην ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες.
Δεύτερον, δίνει έμφαση στην επένδυση στην πρόληψη με στοχευμένες παρεμβάσεις για τις κοινωνικά και οικονομικά πιο ευάλωτες ομάδες. Η ενημέρωση και οι υπηρεσίες πρόληψης χρειάζεται να φτάνουν και σε ανθρώπους που συχνά μένουν εκτός των καθιερωμένων δράσεων.
Τρίτον, επισημαίνει την ανάγκη περιορισμού της περίθαλψης χαμηλής αξίας, δηλαδή παρεμβάσεων που δεν προσφέρουν ουσιαστικό όφελος στον ασθενή ή δεν δικαιολογούνται από τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα. Η αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων είναι σημαντική για τη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας και την ποιότητα της φροντίδας.
Τέταρτον, προτείνει τη βελτίωση της ισότιμης πρόσβασης στην πρόληψη, στον προσυμπτωματικό έλεγχο και στη θεραπεία, συμπεριλαμβανομένης της έγκαιρης διάγνωσης. Η ύπαρξη υπηρεσιών πρέπει να συνοδεύεται από πραγματική δυνατότητα αξιοποίησής τους, ανεξάρτητα από την κοινωνική θέση ή τον τόπο κατοικίας.
Πέμπτον, τονίζει τη σημασία της συνεργασίας και της ανταλλαγής γνώσεων μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε οι αποτελεσματικές πρακτικές να μπορούν να αξιοποιούνται ευρύτερα και οι πολιτικές να βασίζονται σε τεκμηριωμένα αποτελέσματα.
Η ισότητα στην υγεία ως ζήτημα δημόσιας πολιτικής
Η μείωση των ανισοτήτων στη θνησιμότητα από καρκίνο δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ανάπτυξη νέων θεραπειών, όσο σημαντική και αν είναι η πρόοδος της ογκολογίας. Χρειάζεται παράλληλα να διασφαλίζεται ότι οι πολίτες έχουν ουσιαστικές δυνατότητες πρόληψης, έγκαιρης διάγνωσης και πρόσβασης σε κατάλληλη θεραπεία.
Τα ευρήματα του IARC υπογραμμίζουν την ανάγκη οι πολιτικές για τον καρκίνο να μην περιορίζονται στον συνολικό αριθμό εξετάσεων, στις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές ή στις εθνικές επιδόσεις. Χρειάζεται να εξετάζουν και το ποιοι επωφελούνται από τις υπηρεσίες, ποιες ομάδες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εμπόδια και σε ποιες περιοχές παραμένουν κενά στην παροχή φροντίδας.
Η κοινωνική ανισότητα δεν εξηγεί από μόνη της κάθε διαφορά στην έκβαση του καρκίνου. Τα διαθέσιμα στοιχεία, ωστόσο, δείχνουν ότι αποτελεί παράγοντα που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η έγκαιρη διάγνωση και η πρόσβαση σε ποιοτική περίθαλψη δεν θα πρέπει να εξαρτώνται από το εισόδημα, το μορφωτικό επίπεδο ή τον τόπο κατοικίας. Αυτό είναι το κρίσιμο στοίχημα για τις πολιτικές υγείας στην Ευρώπη και στην Ελλάδα.
Πηγές
- International Agency for Research on Cancer (IARC), Understanding socioeconomic inequalities in cancer mortality in Europe, ενημερωτικό κείμενο πολιτικής, Μάιος 2026· παρουσίαση στις 20 Οκτωβρίου 2026.
- OECD / European Commission, Health at a Glance: Europe και στοιχεία για τις κοινωνικοοικονομικές διαφορές στη θνησιμότητα από καρκίνο, περίοδος 2015–2019.
- European Cancer Inequalities Registry, Greece Country Cancer Profile και στοιχεία για την κατανομή κλινικών ογκολόγων το 2022.
- European Court of Auditors, ειδική έκθεση για το Ευρωπαϊκό Σχέδιο Καταπολέμησης του Καρκίνου και τις προκλήσεις εφαρμογής του.
Διαβάστε επίσης
Καρκίνος του πνεύμονα σε μη καπνιστές: Τι δείχνει η διάγνωση του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄
Καρκίνος ήπατος: Από τις εξελίξεις στη διάγνωση μέχρι τις νέες θεραπείες που αλλάζουν τα δεδομένα
