Αλεξιθυμία και χρόνιος πόνος: Πώς η δυσκολία αναγνώρισης των συναισθημάτων επηρεάζει την καθημερινότητα

Νέα μελέτη του Johns Hopkins Medicine εξετάζει τη σύνδεση ανάμεσα στην αλεξιθυμία, το άγχος, την κατάθλιψη και τον χρόνιο πόνο, αναδεικνύοντας τη σημασία της ψυχολογικής υποστήριξης στη διαχείρισή του.

Μπορεί η δυσκολία να αναγνωρίζουμε και να εκφράζουμε τα συναισθήματά μας να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τον χρόνιο πόνο; Μια νέα μελέτη, με επικεφαλής ερευνητές από το Johns Hopkins Medicine, φωτίζει τη σύνθετη σχέση ανάμεσα στη συναισθηματική επεξεργασία, την ψυχολογική επιβάρυνση και τις επιπτώσεις του πόνου στην καθημερινή ζωή.

Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Health Psychology τον Μάρτιο του 2026 και παρακολούθησε περισσότερους από 1.400 ενήλικες με χρόνιο πόνο στις ΗΠΑ, σε διάστημα δύο ετών.

Τι είναι η αλεξιθυμία;

Η αλεξιθυμία είναι ένα χαρακτηριστικό που συνδέεται με τη δυσκολία αναγνώρισης και περιγραφής των συναισθημάτων, καθώς και με έναν περισσότερο εξωτερικά προσανατολισμένο τρόπο σκέψης. Δεν αποτελεί από μόνη της ψυχική διαταραχή, ούτε σημαίνει ότι ένα άτομο δεν αισθάνεται συναισθήματα. Αντίθετα, μπορεί να δυσκολεύεται να κατανοήσει τι ακριβώς νιώθει ή να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να το εκφράσει.

Για παράδειγμα, ένα άτομο μπορεί να βιώνει έντονη εσωτερική δυσφορία, χωρίς να μπορεί να ξεχωρίσει αν αυτή σχετίζεται με άγχος, θλίψη, θυμό ή φόβο.

Η δυσκολία αυτή μπορεί να κάνει πιο περίπλοκη τη διαχείριση του ψυχολογικού στρες, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει με μια χρόνια κατάσταση υγείας.

Πώς συνδέεται η αλεξιθυμία με τον χρόνιο πόνο;

Για τις ανάγκες της μελέτης, οι ερευνητές παρακολούθησαν 1.453 ενήλικες με διαφορετικές μορφές χρόνιου πόνου. Οι συμμετέχοντες αξιολογήθηκαν ως προς την αλεξιθυμία, τα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης, την ένταση του πόνου και τον βαθμό στον οποίο ο πόνος επηρέαζε την καθημερινή λειτουργικότητά τους.

Το βασικό ερώτημα ήταν αν η δυσκολία επεξεργασίας των συναισθημάτων προηγείται της επιδείνωσης των επιπτώσεων του πόνου ή αν, αντίθετα, ο χρόνιος πόνος οδηγεί σε μεγαλύτερες δυσκολίες αναγνώρισης των συναισθημάτων.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα άτομα με υψηλότερα επίπεδα αλεξιθυμίας στην αρχή της μελέτης εμφάνισαν μεγαλύτερη ψυχολογική επιβάρυνση έναν χρόνο αργότερα. Στη συνέχεια, η αυξημένη ψυχολογική επιβάρυνση συνδέθηκε με μεγαλύτερη επίδραση του πόνου στην καθημερινή ζωή, έπειτα από δύο χρόνια.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη σχέση δεν αφορούσε απαραίτητα την ένταση του πόνου. Η αλεξιθυμία και η ψυχολογική επιβάρυνση δεν προέβλεπαν σημαντική αύξηση στην ένταση του πόνου, αλλά συνδέονταν με το πόσο ο πόνος περιόριζε τις καθημερινές δραστηριότητες και τη λειτουργικότητα των συμμετεχόντων.

Επιπλέον, οι ερευνητές δεν διαπίστωσαν ότι η μεγαλύτερη επίδραση του πόνου στην καθημερινότητα προέβλεπε μεταγενέστερη αύξηση της αλεξιθυμίας.

Ο ρόλος του άγχους και της κατάθλιψης

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της μελέτης αφορά τον ρόλο της ψυχολογικής επιβάρυνσης στη σύνδεση μεταξύ αλεξιθυμίας και χρόνιου πόνου.

Όταν ένα άτομο δυσκολεύεται να αναγνωρίσει και να περιγράψει τα συναισθήματά του, ενδέχεται να δυσκολεύεται περισσότερο να επεξεργαστεί το στρες που συνοδεύει μια χρόνια κατάσταση υγείας. Η αυξημένη ψυχολογική επιβάρυνση, με συμπτώματα άγχους ή κατάθλιψης, μπορεί με τη σειρά της να κάνει δυσκολότερη την καθημερινή διαχείριση του πόνου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόνος είναι «στο μυαλό» του ασθενούς ή ότι προκαλείται αποκλειστικά από ψυχολογικούς παράγοντες. Ο χρόνιος πόνος είναι ένα σύνθετο φαινόμενο, στο οποίο μπορούν να αλληλεπιδρούν βιολογικοί, ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες.

Η μελέτη υπογραμμίζει, επομένως, τη σημασία της εξέτασης όχι μόνο των σωματικών συμπτωμάτων, αλλά και της ψυχολογικής κατάστασης των ανθρώπων που ζουν με χρόνιο πόνο.

Τι σημαίνουν τα ευρήματα για τη θεραπευτική αντιμετώπιση;

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η αναγνώριση της αλεξιθυμίας και της ψυχολογικής επιβάρυνσης μπορεί να βοηθήσει στον σχεδιασμό πιο ολοκληρωμένων παρεμβάσεων για τα άτομα με χρόνιο πόνο.

Η ψυχολογική υποστήριξη, η αξιολόγηση των συμπτωμάτων άγχους και κατάθλιψης και η ενίσχυση της ικανότητας αναγνώρισης και έκφρασης των συναισθημάτων θα μπορούσαν να αποτελέσουν χρήσιμα στοιχεία μιας εξατομικευμένης θεραπευτικής προσέγγισης, όταν κρίνονται κατάλληλα από τους επαγγελματίες υγείας.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη μελέτη είναι παρατηρητική και τα ευρήματά της αναδεικνύουν χρονικές συσχετίσεις, όχι απόδειξη ότι η αλεξιθυμία προκαλεί από μόνη της επιδείνωση του χρόνιου πόνου. Απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να διαπιστωθεί σε ποιον βαθμό η στοχευμένη αντιμετώπιση της αλεξιθυμίας μπορεί να βελτιώσει τις μακροπρόθεσμες εκβάσεις.

Η σημασία μιας ολιστικής προσέγγισης

Η διαχείριση του χρόνιου πόνου δεν περιορίζεται πάντοτε στην αντιμετώπιση του σωματικού συμπτώματος. Η κατανόηση των συναισθημάτων, η αναγνώριση της ψυχολογικής επιβάρυνσης και η κατάλληλη υποστήριξη μπορούν να συμβάλουν σε μια πιο ολοκληρωμένη φροντίδα.

Το μήνυμα της μελέτης είναι ότι η σωματική και η ψυχική υγεία χρειάζεται να εξετάζονται μαζί, με στόχο όχι μόνο τη διαχείριση των συμπτωμάτων, αλλά και τη βελτίωση της καθημερινής λειτουργικότητας και της ποιότητας ζωής των ανθρώπων που ζουν με χρόνιο πόνο.

Πηγή: Aaron RV, Ravyts SG, De La Rosa JS, Campbell CM, Mun CJ. Temporal Pathways Between Alexithymia, Psychological Distress, and Pain: An Autoregressive Mediation Analysis. Health Psychology, 2026. DOI: 10.1037/hea0001604.

Σχετικά Δημοσιεύματα