Νέα ελληνικά δεδομένα πραγματικού κόσμου από περισσότερους από 2.200 χρήστες συστήματος αυτοματοποιημένης χορήγησης ινσουλίνης δείχνουν σημαντική βελτίωση του χρόνου κατά τον οποίο η γλυκόζη παραμένει εντός του επιθυμητού εύρους.
Σημαντικά οφέλη στη γλυκαιμική ρύθμιση των ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 καταγράφει νέα ανάλυση δεδομένων πραγματικού κόσμου από την Ελλάδα, αναδεικνύοντας παράλληλα τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν τα συστήματα αυτοματοποιημένης χορήγησης ινσουλίνης, γνωστά ως AID, στην καθημερινή διαχείριση της νόσου.
Η μελέτη «Real-World Performance of the MiniMed 780G Advanced Hybrid Closed Loop Automated Insulin Delivery System in Greece» περιλαμβάνει δεδομένα από περισσότερους από 2.200 χρήστες του συστήματος MiniMed 780G και αποτελεί τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα σχετική ανάλυση πραγματικού κόσμου στην Ελλάδα.
Το βασικό εύρημα είναι ότι σχεδόν 3 στους 4 χρήστες πέτυχαν τον διεθνώς συνιστώμενο στόχο για τον χρόνο εντός εύρους γλυκόζης.
Τι είναι το Time in Range και γιατί έχει σημασία
Ένας από τους βασικούς δείκτες που χρησιμοποιούνται σήμερα για την αξιολόγηση της γλυκαιμικής ρύθμισης σε ανθρώπους που χρησιμοποιούν συστήματα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης είναι το Time in Range – TIR.
Ο δείκτης αποτυπώνει το ποσοστό του χρόνου κατά τον οποίο η γλυκόζη παραμένει μεταξύ 70 και 180 mg/dL. Ο διεθνώς συνιστώμενος στόχος για πολλούς ενήλικες με διαβήτη τύπου 1 είναι TIR τουλάχιστον 70%, αν και οι θεραπευτικοί στόχοι εξατομικεύονται ανάλογα με τον ασθενή.
Στα ελληνικά δεδομένα, το 74,5% των χρηστών πέτυχε TIR τουλάχιστον 70%, ενώ σε 2.284 χρήστες καταγράφηκε μέσο TIR 75,4%.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση πριν και μετά την έναρξη χρήσης του συστήματος. Το ποσοστό των χρηστών που πετύχαιναν TIR ≥70% αυξήθηκε από 36,1% σε 72,8%.
Έως 78,8% του χρόνου εντός στόχου με τις συνιστώμενες ρυθμίσεις
Ακόμη υψηλότερες επιδόσεις καταγράφηκαν μεταξύ των χρηστών που χρησιμοποιούσαν τις συνιστώμενες βέλτιστες ρυθμίσεις του συστήματος. Σε αυτή την ομάδα, το μέσο TIR έφθασε το 78,8%, ενώ σχεδόν 9 στους 10 χρήστες πέτυχαν τους διεθνώς συνιστώμενους γλυκαιμικούς στόχους.
Παράλληλα, οι χρήστες διατηρούσαν τη γλυκόζη τους στο στενότερο εύρος των 70-140 mg/dL για περισσότερο από το μισό 24ωρο. Το μέσο Time in Tight Range – TITR ήταν 50,8%.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, τα οφέλη καταγράφηκαν σε διαφορετικές ηλικιακές ομάδες, από παιδιά μέχρι μεγαλύτερους ενήλικες, και διατηρήθηκαν για διάστημα 12 μηνών.
Πώς λειτουργούν τα συστήματα αυτοματοποιημένης χορήγησης ινσουλίνης
Η καθημερινή διαχείριση του διαβήτη τύπου 1 απαιτεί συνεχή παρακολούθηση και σειρά αποφάσεων που αφορούν, μεταξύ άλλων, τη διατροφή, τη σωματική δραστηριότητα, τα επίπεδα γλυκόζης και τη χορήγηση ινσουλίνης.
Τα συστήματα AID επιχειρούν να αυτοματοποιήσουν σημαντικό μέρος αυτής της διαδικασίας. Συνδυάζουν αντλία ινσουλίνης, σύστημα συνεχούς παρακολούθησης γλυκόζης – CGM και αλγόριθμο που χρησιμοποιεί τις μετρήσεις του αισθητήρα για να προσαρμόζει τη χορήγηση ινσουλίνης.
Η τεχνολογία έχει ιδιαίτερη σημασία κατά τις ώρες που η γλυκόζη μπορεί να μεταβάλλεται γρήγορα, αλλά και κατά τη διάρκεια της νύχτας, όταν η συνεχής διαχείριση της νόσου επιβαρύνει σημαντικά τον ασθενή και την οικογένειά του.
Χαμηλή παραμένει η χρήση αντλιών ινσουλίνης στην Ελλάδα
Τα νέα δεδομένα αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε σχέση με την πρόσβαση των ασθενών στη συγκεκριμένη τεχνολογία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συνοδεύουν τη μελέτη, η χρήση αντλιών ινσουλίνης στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων AID, παραμένει σχετικά περιορισμένη και υπολογίζεται μεταξύ 15,4% και 21,3%, ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα.
Για τα περίπου 28.000 άτομα που ζουν με διαβήτη τύπου 1 στη χώρα, το ζήτημα της πρόσβασης σε προηγμένες τεχνολογίες διαχείρισης του διαβήτη αποκτά επομένως ιδιαίτερη βαρύτητα.
«Ανάγκη για ευρύτερη και ισότιμη πρόσβαση»
Η καθηγήτρια Παθολογίας – Ενδοκρινολογίας του ΕΚΠΑ και Επιστημονικά Υπεύθυνη του Διαβητολογικού Κέντρου του ΠΓΝ «Αττικόν», Δρ. Βάια Λαμπαδιάρη, σημειώνει ότι τα δεδομένα δείχνουν πως η αυτοματοποιημένη χορήγηση ινσουλίνης μπορεί να βοηθήσει περισσότερους ανθρώπους να πετύχουν τους συνιστώμενους γλυκαιμικούς στόχους, περιορίζοντας παράλληλα το καθημερινό βάρος της διαχείρισης του διαβήτη.
Από την πλευρά της, η καθηγήτρια Παιδιατρικής και Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας και διευθύντρια της Α’ Παιδιατρικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ στο Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία», Δρ. Χριστίνα Κανακά-Gantenbein, επισημαίνει τη σημασία των συστημάτων AID για τα παιδιά και τις οικογένειές τους, τόσο ως προς τη γλυκαιμική ρύθμιση όσο και ως προς τη μείωση του καθημερινού φορτίου που συνεπάγεται η διαχείριση της νόσου.
Στην ανάγκη ευρύτερης πρόσβασης αναφέρεται και ο Δρ. Κωνσταντίνος Μακρυλάκης, καθηγητής Παθολογίας – Μεταβολικών Νοσημάτων της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και πρόεδρος της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας.
Όπως σημειώνει, τα αποτελέσματα από περισσότερους από 2.200 χρήστες δείχνουν τι μπορεί να επιτύχει η τεχνολογία AID στην πραγματική καθημερινότητα των ανθρώπων με διαβήτη τύπου 1 και ενισχύουν το αίτημα για «ευρύτερη και ισότιμη πρόσβαση στα συστήματα AID, με βάση τις εξατομικευμένες ανάγκες κάθε ατόμου με διαβήτη».
Τα ελληνικά ευρήματα, σύμφωνα με τη MiniMed, είναι επίσης συνεπή με δεδομένα πραγματικού κόσμου από περισσότερους από 100.000 χρήστες σε άλλες χώρες.
Η συγκεκριμένη μελέτη έχει ιδιαίτερη αξία επειδή αποτυπώνει την απόδοση της τεχνολογίας στην καθημερινή ζωή και σε ελληνικό πληθυσμό. Ως μελέτη πραγματικού κόσμου και αναδρομική παρατηρητική ανάλυση, ωστόσο, τα αποτελέσματά της πρέπει να ερμηνεύονται στο πλαίσιο του συγκεκριμένου σχεδιασμού και δεν υποκαθιστούν τα δεδομένα τυχαιοποιημένων κλινικών μελετών.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Τι αλλάζει στο σώμα όταν ασκούμαστε συστηματικά – Το «μοριακό αποτύπωμα» της άσκησης
Παχυσαρκία: Η μάχη περνά στα χάπια – Η νέα κίνηση της Novo Nordisk στην Κίνα
