Έντονος πόνος περιόδου, πόνος στη σεξουαλική επαφή, χρόνιο πυελικό άλγος και δυσκολία σύλληψης είναι συμπτώματα που δεν πρέπει να θεωρούνται «φυσιολογικά» – Τι γνωρίζουμε σήμερα για τη διάγνωση και την αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης
Για πολλές γυναίκες, ο έντονος πόνος κατά την περίοδο θεωρείται για χρόνια κάτι που «πρέπει να αντέξουν». Κάποιες μαθαίνουν να προσαρμόζουν την καθημερινότητά τους γύρω από τις ημέρες του κύκλου, άλλες αναζητούν συνεχώς τρόπους να περιορίσουν τον πόνο και αρκετές φτάνουν να θεωρούν ότι αυτή είναι απλώς η δική τους φυσιολογία.
Όμως ο έντονος ή επίμονος πόνος δεν είναι απαραίτητα φυσιολογικό μέρος της περιόδου.
Μπορεί να αποτελεί ένα από τα βασικά συμπτώματα της ενδομητρίωσης, μιας χρόνιας γυναικολογικής πάθησης που αφορά περίπου 1 στις 10 γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας παγκοσμίως, δηλαδή περίπου 190 εκατομμύρια γυναίκες. Η νόσος μπορεί να προκαλεί σημαντικό πόνο, να επηρεάζει την καθημερινότητα και τη σεξουαλική ζωή και να συνδέεται με προβλήματα γονιμότητας.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα παραμένει η καθυστέρηση στην αναγνώριση της νόσου. Τα συμπτώματα μπορεί να είναι διαφορετικά από γυναίκα σε γυναίκα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η ενδομητρίωση μπορεί να υπάρχει ακόμη και χωρίς εμφανή συμπτώματα. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει ότι η μέση καθυστέρηση μέχρι τη διάγνωση διεθνώς μπορεί να κυμαίνεται από 4 έως 12 χρόνια.
Τι ακριβώς είναι η ενδομητρίωση;
Η ενδομητρίωση είναι μια χρόνια πάθηση κατά την οποία ιστός παρόμοιος με το ενδομήτριο –τον ιστό που επενδύει το εσωτερικό της μήτρας– αναπτύσσεται έξω από τη μήτρα.
Οι εστίες ενδομητρίωσης εντοπίζονται συχνότερα στην πύελο και μπορεί να αφορούν τις ωοθήκες, το περιτόναιο και άλλες δομές της πυέλου. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να επηρεάζουν το έντερο ή την ουροδόχο κύστη, ενώ σπανιότερα η νόσος εμφανίζεται και εκτός πυέλου.
Οι εστίες αυτές ανταποκρίνονται στις ορμονικές μεταβολές του κύκλου και μπορούν να προκαλέσουν φλεγμονή και σχηματισμό ουλώδους ιστού και συμφύσεων. Με την πάροδο του χρόνου, οι αλλοιώσεις αυτές μπορεί να επηρεάσουν την ανατομία και τη λειτουργία των πυελικών οργάνων.
Η ενδομητρίωση δεν είναι ίδια σε όλες τις γυναίκες. Η έκταση των αλλοιώσεων δεν συμβαδίζει πάντοτε με την ένταση του πόνου, ενώ υπάρχουν γυναίκες με σημαντική νόσο που εμφανίζουν περιορισμένα συμπτώματα.
Ποια συμπτώματα πρέπει να κινητοποιήσουν μια γυναίκα;
Το βασικό μήνυμα των ειδικών είναι ότι ο πόνος που επηρεάζει την καθημερινότητα δεν πρέπει να κανονικοποιείται.
Στα συχνότερα συμπτώματα περιλαμβάνονται:
- Έντονος πόνος κατά την περίοδο, ιδιαίτερα όταν είναι επίμονος ή επηρεάζει την καθημερινή ζωή.
- Χρόνιος πυελικός πόνος, ο οποίος μπορεί να υπάρχει και εκτός περιόδου.
- Πόνος κατά τη διάρκεια ή μετά τη σεξουαλική επαφή, ιδιαίτερα όταν είναι βαθύς πυελικός πόνος.
- Πόνος κατά την κένωση ή την ούρηση, ιδιαίτερα όταν επιδεινώνεται κατά την περίοδο.
- Έντονη ή βαριά εμμηνορρυσία σε ορισμένες γυναίκες.
- Κοιλιακό φούσκωμα, ναυτία και άλλα γαστρεντερικά συμπτώματα.
- Δυσκολία επίτευξης εγκυμοσύνης.
Δεν σημαίνει ότι κάθε γυναίκα με ένα από αυτά τα συμπτώματα έχει ενδομητρίωση. Σημαίνει όμως ότι τα επίμονα ή έντονα συμπτώματα αξίζουν ιατρική αξιολόγηση.
Πώς μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα;
Η σχέση της ενδομητρίωσης με τη γονιμότητα είναι σύνθετη. Οι συμφύσεις και οι αλλοιώσεις στην ανατομία της πυέλου μπορεί να επηρεάσουν τη λειτουργία των σαλπίγγων και των ωοθηκών. Τα ενδομητριώματα, δηλαδή οι κύστεις των ωοθηκών που σχετίζονται με την ενδομητρίωση, μπορεί επίσης να αποτελούν σημαντικό παράγοντα στη διαχείριση της γονιμότητας.
Παράλληλα, η χρόνια φλεγμονώδης διεργασία που συνοδεύει τη νόσο θεωρείται ότι μπορεί να επηρεάζει το περιβάλλον στο οποίο πραγματοποιείται η αναπαραγωγική διαδικασία.
Ωστόσο, είναι σημαντικό να αποφεύγονται οι απόλυτες διατυπώσεις. Η ενδομητρίωση δεν σημαίνει ότι μια γυναίκα δεν μπορεί να μείνει έγκυος. Πολλές γυναίκες με ενδομητρίωση συλλαμβάνουν φυσιολογικά, ενώ σε άλλες μπορεί να χρειαστεί εξειδικευμένη διερεύνηση ή υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Ο ΠΟΥ αναγνωρίζει την ενδομητρίωση ως σημαντική αιτία που συνδέεται με την υπογονιμότητα.
Η διάγνωση δεν βασίζεται πλέον μόνο στη χειρουργική επέμβαση
Για πολλά χρόνια η λαπαροσκόπηση θεωρούνταν βασικό εργαλείο για την επιβεβαίωση της ενδομητρίωσης. Η σύγχρονη προσέγγιση είναι περισσότερο εξατομικευμένη.
Η αξιολόγηση ξεκινά από το αναλυτικό ιστορικό και τη λεπτομερή καταγραφή των συμπτωμάτων, σε συνδυασμό με την κλινική εξέταση και την απεικόνιση.
Το διακολπικό υπερηχογράφημα αποτελεί σημαντικό εργαλείο για τη διερεύνηση της ενδομητρίωσης, καθώς μπορεί να εντοπίσει ενδομητριώματα και να συμβάλει στην αναγνώριση βαθιάς ενδομητρίωσης.
Σε περιπτώσεις όπου υπάρχει υποψία βαθιάς ενδομητρίωσης, μπορεί να χρειαστεί μαγνητική τομογραφία πυέλου, ιδιαίτερα για την εκτίμηση της έκτασης της νόσου. Οι κατευθυντήριες οδηγίες τονίζουν ότι οι εξειδικευμένες απεικονιστικές εξετάσεις πρέπει να πραγματοποιούνται και να ερμηνεύονται από επαγγελματίες υγείας με εμπειρία στην απεικόνιση της γυναικολογικής ενδομητρίωσης.
Σημαντικό είναι επίσης ότι ένα φυσιολογικό υπερηχογράφημα δεν αποκλείει απαραίτητα την ενδομητρίωση. Εάν τα συμπτώματα επιμένουν και η κλινική υποψία παραμένει, μπορεί να απαιτηθεί περαιτέρω αξιολόγηση.
Η λαπαροσκόπηση εξακολουθεί να έχει θέση σε επιλεγμένες περιπτώσεις, τόσο διαγνωστικά όσο και θεραπευτικά, αλλά δεν θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για να ξεκινήσει η αντιμετώπιση κάθε γυναίκας με ύποπτη ενδομητρίωση.
Η θεραπεία εξαρτάται από τη γυναίκα – και από τους στόχους της
Δεν υπάρχει μία θεραπεία που να ταιριάζει σε όλες τις γυναίκες με ενδομητρίωση. Η επιλογή εξαρτάται από την ένταση και το είδος των συμπτωμάτων, την έκταση της νόσου, την ηλικία, τις προηγούμενες θεραπείες, τις προτιμήσεις της γυναίκας και –ιδιαίτερα σημαντικό– το αν υπάρχει επιθυμία για εγκυμοσύνη.
Για την αντιμετώπιση του πόνου μπορεί να χρησιμοποιηθούν αναλγητικά και ορμονικές θεραπείες, ανάλογα με την περίπτωση. Οι ορμονικές θεραπείες μπορούν να μειώσουν τον πόνο και τη δραστηριότητα της νόσου, όμως ορισμένες από αυτές δεν είναι κατάλληλες όταν η γυναίκα προσπαθεί να συλλάβει.
Η χειρουργική αντιμετώπιση μπορεί να εξεταστεί όταν υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις, όπως σημαντικά συμπτώματα, ενδομητριώματα ή βαθιά ενδομητρίωση, και η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται αφού συζητηθούν τα πιθανά οφέλη και οι κίνδυνοι.
Οι σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη διατήρηση του υγιούς ωοθηκικού ιστού, καθώς ορισμένες χειρουργικές παρεμβάσεις στις ωοθήκες μπορεί να επηρεάσουν την ωοθηκική εφεδρεία.
Τι σημαίνει η AMH για τη γονιμότητα;
Η εξέταση της AMH (Anti-Müllerian Hormone) μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένας από τους δείκτες της ωοθηκικής εφεδρείας, όμως δεν αποτελεί από μόνη της εξέταση που προβλέπει αν μια γυναίκα θα μείνει έγκυος φυσιολογικά.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην ενδομητρίωση, όπου η αξιολόγηση της γονιμότητας πρέπει να είναι συνολική και να λαμβάνει υπόψη την ηλικία, το ιστορικό, την ανατομία της πυέλου, την κατάσταση των ωοθηκών και άλλους παράγοντες.
Σε γυναίκες με ενδομητρίωση και επιθυμία μελλοντικής τεκνοποίησης, η συζήτηση για τη διατήρηση της γονιμότητας, συμπεριλαμβανομένης της κρυοσυντήρησης ωαρίων σε επιλεγμένες περιπτώσεις, χρειάζεται να γίνεται εξατομικευμένα και ιδανικά πριν από επεμβάσεις που ενδέχεται να επηρεάσουν την ωοθηκική εφεδρεία.
Πότε χρειάζεται εξειδικευμένη αξιολόγηση;
Η επίμονη συμπτωματολογία είναι από μόνη της λόγος για ιατρική αξιολόγηση. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να αναζητήσει μια γυναίκα εξειδικευμένη συμβουλή όταν ο πόνος:
- την αναγκάζει να απουσιάζει από την εργασία ή τις καθημερινές της δραστηριότητες,
- δεν ελέγχεται επαρκώς με τα συνήθη μέτρα,
- εμφανίζεται επανειλημμένα σε κάθε κύκλο,
- συνοδεύεται από πόνο στη σεξουαλική επαφή,
- συνδέεται με συμπτώματα από το έντερο ή την ουροδόχο κύστη,
- ή όταν υπάρχει δυσκολία επίτευξης εγκυμοσύνης.
Οι σύγχρονες οδηγίες συστήνουν παραπομπή σε γυναικολογική ή εξειδικευμένη υπηρεσία όταν τα συμπτώματα επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινότητα, επιμένουν ή επανεμφανίζονται, ενώ η εξειδικευμένη αντιμετώπιση είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περιπτώσεις ενδομητριωμάτων ή βαθιάς ενδομητρίωσης.
Η ενδομητρίωση δεν είναι «απλώς δύσκολη περίοδος»
Η μεγαλύτερη αλλαγή στη σύγχρονη αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης είναι ίσως η ίδια η αντίληψη γύρω από τη νόσο. Ο έντονος πόνος δεν πρέπει να θεωρείται αναπόφευκτο χαρακτηριστικό της γυναικείας ζωής και δεν χρειάζεται μια γυναίκα να περιμένει χρόνια μέχρι τα συμπτώματα να γίνουν «αρκετά σοβαρά» για να ζητήσει βοήθεια.
Η ενδομητρίωση είναι μια χρόνια νόσος που μπορεί να επηρεάσει τον πόνο, τη σεξουαλική υγεία, την καθημερινότητα και τη γονιμότητα. Δεν υπάρχει σήμερα οριστική θεραπεία που να εξαλείφει τη νόσο για πάντα, όμως υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές για τον έλεγχο των συμπτωμάτων και, όπου χρειάζεται, για τη διαχείριση των προβλημάτων γονιμότητας.
Το σημαντικότερο βήμα είναι να αναγνωρίζονται τα συμπτώματα και να μην αποδίδονται αυτόματα στη «δύσκολη περίοδο».
Όταν ο πόνος δεν είναι φυσιολογικός για τη γυναίκα που τον βιώνει, αξίζει να διερευνηθεί. Η έγκαιρη αναγνώριση της ενδομητρίωσης μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για καλύτερο έλεγχο των συμπτωμάτων και, όταν υπάρχει επιθυμία για εγκυμοσύνη, για έγκαιρο σχεδιασμό της αναπαραγωγικής φροντίδας.
Διαβάστε επίσης
Ενδομητρίωση: Μπορούν τα κανναβινοειδή να αλλάξουν τον τρόπο που προσεγγίζουμε τη γυναικεία ευεξία;
